κρουσιφλεγής
ής,-ές, επίθ.
αυτός που αναφλέγεται την στιγμή της κρούσης, (φρ.) «κρουσιφλεγής οβίδα».
Ετυμολογία
< θ. κρουσ- (< κρούω) + -φλεγής (< φλέγω).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρουσιφλεγής», σ. 461. https://navalhistory.gr/lexiko/κρουσιφλεγησ/