navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καθιζάνω

καθιζάνω

ρ. [μετβ.]

  1. (γεωλ.) για έδαφος που παθαίνει καθίζηση [δες λ.]
  2. (χημ.) για ουσία που διαλύεται σε υγρό που κατακάθεται ως ίζημα.

Ετυμολογία

< αρχ. καθιζάνω [= κάθομαι κάτω] < κατά + ἱζάνω < ἵζω [= καθίζω κάποιον, τον τοποθετώ].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καθιζάνω», σ. 386. https://navalhistory.gr/lexiko/καθιζανω/