καθιζάνω
ρ. [μετβ.]
- (γεωλ.) για έδαφος που παθαίνει καθίζηση [δες λ.]
- (χημ.) για ουσία που διαλύεται σε υγρό που κατακάθεται ως ίζημα.
Ετυμολογία
< αρχ. καθιζάνω [= κάθομαι κάτω] < κατά + ἱζάνω < ἵζω [= καθίζω κάποιον, τον τοποθετώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καθιζάνω», σ. 386. https://navalhistory.gr/lexiko/καθιζανω/