καστάνια
η, ουσ.

- (εργαλ.) εξάρτημα οδοντωτού τροχού, που εμποδίζει την αντίστροφη κίνηση
- κάθε μηχανισμός που εμποδίζει έναν τροχό να κινηθεί αντίθετα προς την κανονική διεύθυνση της περιστροφής του, συνών. *καστανιόλα, επίσχεστρο.
Ετυμολογία
< ιταλ. castagna και *castagnola.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καστάνια», σ. 414. https://navalhistory.gr/lexiko/καστανια-2/