καρίνα
Και: καρένα
η, ουσ.
(ναυπ.) προεξοχή από την πλώρη ως την πρύμνη στο κάτω μέρος του σκελετού του πλοίου, στα μικρά ξύλινα σκάφη, κατασκευαστικά, αποτελείται από ένα ενιαίο δοκάρι ενώ στα μεγάλα από περισσότερα δοκάρια που ενώνονται μεταξύ τους με ματισιές, συνών. τρόπιδα, (φρ.) «κόντρα καρίνα ή καρένα», προστατευτική σανίδα ή μεταλλική χοντρή λάμα στον εξωτερικό πάτο της καρίνας, γνωστό και ως υποτρόπιο.
Ετυμολογία
(ίσως αντιδάνειο) < ιταλ. carena < λατιν. carina [= τρόπιδα πλοίου] < μτγν. καρύινος [= αυτός που μοιάζει με καρυδότσουφλο] < αρχ. κάρυον.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρίνα και καρένα», σ. 409. https://navalhistory.gr/lexiko/καρινα-και-καρενα/