καθετή
η, ουσ.
α) τρόπος ψαρέματος, β) αλιευτικό εργαλείο που αποτελείται από πετονιά στην άκρη της οποίας υπάρχει βαρίδιο και αγκίστρια.
Ετυμολογία
< κάθετος < αρχ. καθίημι [= ρίχνω προς τα κάτω, αφήνω κάτι να πέσει και ειδικότερα το περιδέραιο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καθετή», σ. 385. https://navalhistory.gr/lexiko/καθετη/