navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κατάμπαρο

κατάμπαρο

η, ουσ.

(ναυπ.) ο χώρος κάτω από το υπόφραγμα, κάτω από τον κουραδόρο [δες λ.], συνήθως το μεγαλύτερο σε χωρητικότητα τμήμα των αμπαριών.

Ετυμολογία

< κάτ(ω) + αμπάρι.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατάμπαρο», σ. 418. https://navalhistory.gr/lexiko/καταμπαρο/