κοχλίας
ο, ουσ.
- (ζωολ.) το σαλιγκάρι
- (ανατ.) τμήμα του λαβύρινθου στο εσωτερικό του αφτιού
- (εργαλ.) είδος καρφιού με ελικοειδή εγκοπή, η βίδα, το μπουλόνι, (φρ.) «κοχλίας σύσφιξης / σύνδεσης / κίνησης / χωρίς σπείρωμα [δηλ. περόνη] / ασφαλείας / διωστήρα / ζυγώματος / με τετράγωνη κεφαλή / ρυθμιστικός / μικρομετρικός / φρεζωτός / ατέρμονος / υψηλής φόρτισης».
Ετυμολογία
< αρχ. κόχλος [= σαλιγκάρι].
Παράγωγα
κοχλιακός, κοχλιοειδής, κοχλιώνω και κοχλιώ [= βιδώνω], κοχλίωση [= βίδωμα], κοχλιωτός.
Σύνθετα
κοχλιοτρύπανο [= τριβέλι], κοχλιοτομώ, κοχλιοστρόφιο [δες λ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοχλίας», σ. 457. https://navalhistory.gr/lexiko/κοχλιασ/