navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καήλα και καΐλα

καήλα

Και: καΐλα

η, ουσ.

  1. (μετεωρ.) καύσωνας, αφόρητη ζέστη, συνών. κάψα, λάβρα
  2. (μτφ.) ζωηρός πόθος.

Ετυμολογία

< καίομαι.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καήλα και καΐλα», σ. 384. https://navalhistory.gr/lexiko/καηλα-και-καιλα/