καήλα
Και: καΐλα
η, ουσ.
- (μετεωρ.) καύσωνας, αφόρητη ζέστη, συνών. κάψα, λάβρα
- (μτφ.) ζωηρός πόθος.
Ετυμολογία
< καίομαι.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καήλα και καΐλα», σ. 384. https://navalhistory.gr/lexiko/καηλα-και-καιλα/