κινδυνεύω
Και: κιντυνεύω
ρ. [αμετβ. και μετβ.]
- βρίσκομαι σε κίνδυνο, απειλούμαι
- αντιμετωπίζω δυσάρεστο ενδεχόμενο
- είμαι βαριά άρρωστος, είμαι στα πρόθυρα του θανάτου.
Ετυμολογία
< αρχ. κινδυνεύω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κινδυνεύω και κιντυνεύω», σ. 432. https://navalhistory.gr/lexiko/κινδυνευω-και-κιντυνευω/