navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κινδυνεύω και κιντυνεύω

κινδυνεύω

Και: κιντυνεύω

ρ. [αμετβ. και μετβ.]

  1. βρίσκομαι σε κίνδυνο, απειλούμαι
  2. αντιμετωπίζω δυσάρεστο ενδεχόμενο
  3. είμαι βαριά άρρωστος, είμαι στα πρόθυρα του θανάτου.

Ετυμολογία

< αρχ. κινδυνεύω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κινδυνεύω και κιντυνεύω», σ. 432. https://navalhistory.gr/lexiko/κινδυνευω-και-κιντυνευω/