καράβι
το, ουσ.

- (ναυπ.) τύπος μεγάλου ιστιοφόρου πλοίου
- (γεν.) κάθε είδους πλοίο, (φρ.) «επιβατικό / εμπορικό / πολεμικό / ερευνητικό κ.ά. [δες πλοίο],
- (παροιμ.) «Εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν», λέγεται για κάποιον που ασχολείται με ασήμαντα πράγματα, ενώ υπάρχουν άλλα σπουδαιότερα
- (λογοτ.) «καράβια, που αρμενίζετε στα μουσικά πελάη, / απ’ την πληγή μου πρόβαλε η ψυχή και σας καλάει!..» Κ. Βάρναλης.
Ετυμολογία
< μσν. καράβιν < μτγν. καράβιον [= ελαφρύ σκάφος], υποκ. του αρχ. κάραβος [= αρσενικό σκαθάρι, ή κάνθαρος ο κερασφόρος].
Παράγωγα
καραβιά [= το μέγιστο της ποσότητας ενός φορτίου που μεταφέρει το καράβι], καραβίσιος [= αυτός που μεταφέρεται ή ανήκει στο καράβι]. Σπασμένο καράβι Σπασμένο καράβι να ‘μαι πέρα βαθιά έτσι να ‘μαι με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά να κοιμάμαι Να ‘ναι αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική γύρω-γύρω με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί που θα γύρω Σπασμένο καράβι / να ‘μαι πέρα βαθιά έτσι να ‘μια με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά να κοιμάμαι Να ‘ναι η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά έτσι να ‘ναι και τα βράχια κατάπληκτα και τ’αστέρια μακριά να κοιτάνε / δίχως χτύπο οι ώρες / και οι μέρες θνητές Γιάννης Σκαρίμπας
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καράβι», σσ. 404-405. https://navalhistory.gr/lexiko/καραβι/