κασκέτο
το, ουσ.

1. (ενδυμ.) α) στρατιωτικό καπέλο, β) καπέλο με γείσο που φοριέται από ναυτικούς, μαθητές κι εργάτες, έχει στρογγυλό σχήμα και μικρό γείσο, συνήθως κατασκευασμένο από σκληρό ύφασμα, όπως μαλλί ή λινό, και συχνά διακοσμείται με μεταλλικά κουμπιά ή κορδόνια, γ) κάθε άκομψο καπέλο.
Ετυμολογία
< ιταλ. caschetto [= κράνος], ή
ή < γαλλ. casquette.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κασκέτο», σ. 413. https://navalhistory.gr/lexiko/κασκετο/