κομό
το, άκλ. ουσ.
ξύλινο έπιπλο με συρτάρια, συνών. ιματιοθήκη, συρταριέρα.
Ετυμολογία
< βενετ. como ή ιταλ. como, συγκεκομμένος τ. του ουσ. comodino.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κομό», σ. 443. https://navalhistory.gr/lexiko/κομο/