κατακλύζω
ρ. [μετβ.]
- γεμίζω κάτι με νερό, πλημμυρίζω
- (μτφ.) γεμίζω ασφυκτικά κάποιο χώρο ή τόπο.
Ετυμολογία
< αρχ. κατακλύζω < κατα- + [αρχ.] κλύζω [= 1. σπάζω όπως το κύμα, 2. παφλάζω, 3. ξεπλένω ή εκπλένω, 4. ξεβγάζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατακλύζω», σ. 417. https://navalhistory.gr/lexiko/κατακλυζω/