κόμμι
-εως, και κομμίδι, το, ουσ.
α) κολλώδης ουσία φυτικής προέλευσης η οποία εκκρίνεται, συνήθως, από εγκοπές ή τυχαία τραύματα που δημιουργούνται στον φλοιό ορισμένων δένδρων ή θάμνων, (φρ.) «ελαστικό κόμμι», το καουτσούκ από τα καουτσουκόδεντρα, «αραβικό κόμμι», γνωστό και ως «κόμμι ακακίας», πολύτιμο στην βιομηχανία τροφίμων, καλλυντικών, χρωμάτων, φαρμάκων, βυρσοδεψίας, κλωστοϋφαντουργίας κ.λπ. β) (φρ.) «υγρό ναυτικό κόμμι», [γαλλ. Glu marine liquid] – [παρωχημένο] ελαιώδες αδιάβροχο συνθετικό υλικό παρασκευασμένο από πίσσα υγρής μορφής και οξείδιο του ψευδαργύρου, κατάλληλο για τη μόνωση κιβωτίων βαμβακοπυρίτιδας.
Ετυμολογία
< αιγυπτ. προελεύσεως.
Παράγωγα
κομμιώδης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόμμι», σ. 443. https://navalhistory.gr/lexiko/κομμι/