κάρβουνο
το, ουσ.
- (γεωλ.) α) άνθρακας, συνών. πετροκάρβουνο, λιθάνθρακας, γαιάνθρακας, β) απανθρακωμένο ξύλο, συνών. ξυλοκάρβουνο
- μελανότητα
- (ζωγρ.) κοντύλι που χρησιμοποιούν σχεδιαστές και ζωγράφοι
- (συνεκδ.) οτιδήποτε απανθρακωμένο
- (μτφ.) α) άνθρωπος επιζήμιος, β) ερωτικό πάθος, γ) βάσανο
- (τέχν.) ειδική μορφή άνθρακα που χρησιμοποιείται για σχεδιασμό.
Ετυμολογία
< μσν. κάρβονον < αρχ. κάρβων [= ξυλοκάρβουνο] < λατιν. carbo [= άνθρακας].
Παράγωγα
καρβουνιέρα, καρβουνιάρικος, καρβουνιάρης, καρβουνιάρα, καρβουνιάζω, καρβουνιά, καρβούνι, καρβούνιασμα.
Σύνθετα
καρβοξύλιο, καρβουναποθήκη, καρβουνέμπορος, καρβουνόσκονη, καρβουνόφτιαρο, ξυλοκάρβουνο, πετροκάρβουνο, μονοκαρβονικός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάρβουνο», σ. 408. https://navalhistory.gr/lexiko/καρβουνο/