navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καρκίνος

καρκίνος

ο, ουσ.

  1. (ζωολ.) ο κάβουρας
  2. είδος στίχου ή επιγράμματος [καρκινικός] που διαβάζεται και από τις δύο πλευρές, δηλ. από την αρχή και από το τέλος, π.χ. (φρ.) «Νίψον ἀνομήματα, μὴ μόναν ὄψιν», δηλ. πλύνε τις αμαρτίες, όχι μόνο το πρόσωπο [καρκινική επιγραφή στην κρήνη της εισόδου της Αγιά-Σοφιάς], και ένα καρκινικό δίστιχο: «Σοφὸς ἔγωγε ἤδη ὢν ἄνω, χαρᾷ τῶν ἄνω γελῶ τὰ / κάτω λέγων· Ἄνω ταραχῶν ἂν ὦ, ἤδη ἔγωγε σοφός»
  3. (αστρον.) Καρκίνος, αστερισμός του βόρειου ημισφαιρίου
  4. (αστρολ.) το τέταρτο κατά σειρά ζώδιο και το αντίστοιχο χρονικό διάστημα από 22 Ιουνίου ως 22 Ιουλίου, καθώς και το σύμβολο του παραπάνω ζωδίου
  5. (χαρτογρ.) «Τροπικός του Καρκίνου», ονομασία του παραλλήλου της ουράνιας σφαίρας που έχει απόκλιση +23Φ 27' από τον ισημερινό καθώς και του παραλλήλου της γήινης σφαίρας που έχει βόρειο γεωγραφικό πλάτος 23Φ 27' και αποτελεί το βόρειο όριο της τροπικής ζώνης
  6. (μτφ.) αυτός που κινείται αργά, που καρκινοβατεί, συνών. βραδυκίνητος, αντών. γοργοκίνητος
  7. (ιατρ.) κακοήθης όγκος α) σε ανθρώπους και ζώα αλλά και β) (φυτολ.) στα φυτά.

Παράγωγα

καρκινικός.

Σύνθετα

καρκινοβατώ, καρκινοβασία, καρκινοβάτης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρκίνος», σ. 409. https://navalhistory.gr/lexiko/καρκινοσ/