κοκορέλι
το, ουσ.
(ναυπ.) ιστιοφόρο, γνωστό και ως μαλτέζα, με κυρτωμένα και τα δύο ποδοστάματα και το κοκοράκι να προεξέχει από την κουπαστή αρκετά, δίστηλο με ψάθα στο πλωριό και μπούμα στο πρυμνιό και δύο φλόκους, το μικρότερο χαρακτηριζόταν ως κλεφτρίνα λόγω της πειρατικής δράσης του.
Ετυμολογία
< αγνώστου ετύμου.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοκορέλι», σ. 440. https://navalhistory.gr/lexiko/κοκορελι/