κατευοδώνω
ρ. [μετβ.]
- συνοδεύω κάποιον που φεύγει για να του ευχηθώ καλό ταξίδι ή καλό δρόμο, ξεπροβοδίζω, ξεβγάζω
- ολοκληρώνω με επιτυχία το έργο που έχω αναλάβει.
Ετυμολογία
< μτγν. κατευοδ(ῶ) -ώνω [= βοηθώ στην πορεία] < κατ(α)- + εὐοδέω, -ῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατευοδώνω», σ. 422. https://navalhistory.gr/lexiko/κατευοδωνω/