κανάλι
το, ουσ.
- τεχνητό ή φυσικό αυλάκι που είναι κατάλληλο για τη μεταφορά νερού από έναν τόπο σε άλλο, για άρδευση ή αποστράγγιση
- (γεωγρ.) φυσικό ή τεχνητό θαλάσσιο ή ποτάμιο πέρασμα, δίοδος κατάλληλη για τη ναυσιπλοΐα, συνών. δίαυλος διώρυγα
- (ηλεκτρ.) ζώνη συχνότητας για μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων
- (πληροφ.) όργανο που συνδέει την κεντρική μονάδα με τις περιφερειακές συσκευές.
Ετυμολογία
[για την 1η ερμ.] μσν. κανάλι(ν) < μτγν. κανάλιον, υποκ. του κανάλης < λατιν. canalis*, [για τις ερμ. 2, 3 και 4] σημδ. από τη γαλλ. canal ή την αγγλ. canal και channel, < λατιν. canalis [=* σωλήνας αγωγός, αυλάκι, τάφρος]. Του βιολιτζή του Μπαταριά το εγκώμιο. Γεια σου, καημένε Μπαταριά, τρανός είν’ ο καημός μου, / και πιο τρανός εσύ· / με το βιολί σου ξύπνησες τη λεβεντιά του κόσμου / κ' η Ρωμιοσύνη, μια φωτιά, μέσ’ στο βιολί σου ζη. Από τους μώλους τους ρηχούς ώς τα βαθιά κανάλια, / γυμνά, αρμυρά νησιά, / πουλιά της λιμνοθάλασσας, βοριάσματα, μαϊστράλια, / τέτοια φωνή δοξάστε την και τέτοια δοξαριά...
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κανάλι», σσ. 398-399. https://navalhistory.gr/lexiko/καναλι/