navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κανάλι

κανάλι

το, ουσ.

  1. τεχνητό ή φυσικό αυλάκι που είναι κατάλληλο για τη μεταφορά νερού από έναν τόπο σε άλλο, για άρδευση ή αποστράγγιση
  2. (γεωγρ.) φυσικό ή τεχνητό θαλάσσιο ή ποτάμιο πέρασμα, δίοδος κατάλληλη για τη ναυσιπλοΐα, συνών. δίαυλος διώρυγα
  3. (ηλεκτρ.) ζώνη συχνότητας για μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων
  4. (πληροφ.) όργανο που συνδέει την κεντρική μονάδα με τις περιφερειακές συσκευές.

Ετυμολογία

[για την 1η ερμ.] μσν. κανάλι(ν) < μτγν. κανάλιον, υποκ. του κανάλης < λατιν. canalis*, [για τις ερμ. 2, 3 και 4] σημδ. από τη γαλλ. canal ή την αγγλ. canal και channel, < λατιν. canalis [=* σωλήνας αγωγός, αυλάκι, τάφρος]. Του βιολιτζή του Μπαταριά το εγκώμιο. Γεια σου, καημένε Μπαταριά, τρανός είν’ ο καημός μου, / και πιο τρανός εσύ· / με το βιολί σου ξύπνησες τη λεβεντιά του κόσμου / κ' η Ρωμιοσύνη, μια φωτιά, μέσ’ στο βιολί σου ζη. Από τους μώλους τους ρηχούς ώς τα βαθιά κανάλια, / γυμνά, αρμυρά νησιά, / πουλιά της λιμνοθάλασσας, βοριάσματα, μαϊστράλια, / τέτοια φωνή δοξάστε την και τέτοια δοξαριά...

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κανάλι», σσ. 398-399. https://navalhistory.gr/lexiko/καναλι/