navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κυμαίνω

κυμαίνω

ρ.

  1. [μετβ.] κάνω κάτι να κινείται κυματοειδώς
  2. [αμετβ.] κυμαίνομαι, α) έχω κύματα, β) έχω διακυμάνσεις, ταλαντεύομαι, γίνομαι αναποφάσιστος για λύσεις που μου προσφέρονται.

Ετυμολογία

< αρχ. κυμαίνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κυμαίνω», σ. 466. https://navalhistory.gr/lexiko/κυμαινω/