καθαριστήριο
το, ουσ.
- εργαστήριο καθαρισμού, κυρίως, ενδυμάτων
- εργοστασιακό τμήμα για τον καθαρισμό μετάλλων, λαδιού κ.λπ.
- (τεχνολ.) φίλτρο πετρελαίου.
Ετυμολογία
< μτγν. καθαριστήριον [= χώρος καθαρισμού].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καθαριστήριο», σ. 384. https://navalhistory.gr/lexiko/καθαριστηριο/