navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καθαριστήριο

καθαριστήριο

το, ουσ.

  1. εργαστήριο καθαρισμού, κυρίως, ενδυμάτων
  2. εργοστασιακό τμήμα για τον καθαρισμό μετάλλων, λαδιού κ.λπ.
  3. (τεχνολ.) φίλτρο πετρελαίου.

Ετυμολογία

< μτγν. καθαριστήριον [= χώρος καθαρισμού].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καθαριστήριο», σ. 384. https://navalhistory.gr/lexiko/καθαριστηριο/