κολαούζο
το, ουσ.
(μηχανολ.) εργαλείο μηχανουργών και σιδηρουργών κυρίως, χειροκίνητο ή με εργαλειομηχανή, κάταλληλο για τη διάνοιξη εσωτερικών σπειρωμάτων σε τρύπες μικρής διαμέτρου με σκοπό την εισαγωγή βιδών, σπειροτόμος, κοχλιοτρύπανο.
Ετυμολογία
< κολαούζο(ς) [δες λ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κολαούζο», σ. 440. https://navalhistory.gr/lexiko/κολαουζο/