κακάβι
το, αλλά και κάκαβος, ο, και η κακκάβη, ουσ.
(λαϊκότρ.) χάλκινη μαγειρική χύτρα με χερούλι για να κρεμιέται, επίσης και χάλκινο καζάνι μεσαίου μεγέθους πάντοτε γανωμένα εσωτερικά, συνών. το λεβέτι.
Ετυμολογία
< μσν. κακκάβιν < μτγν. κακκάβιον, υποκορ. του αρχ. κακκάβη [= τρίποδο δοχείο] ή < ίσως από το σημιτ. kukkubu.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κακάβι», σ. 389. https://navalhistory.gr/lexiko/κακαβι/