καραβίδα
η, ουσ.

(ιχθυολ.) είδος μαλακόστρακου, συνήθως, του γλυκού νερού, δεκάποδο καρκινοειδές, ανήκει στην οικογένεια των Αστακίδων, νυκτόβιο, το μήκος του σώματός του μπορεί να φθάσει μέχρι και 18 εκ. ανάλογα τις περιοχές στις οποίες βρίσκεται.
Ετυμολογία
< μτγν. καραβίς, υποκ. του αρχ. κάραβος [= αρσενικό σκαθάρι, ή κάνθαρος ο κερασφόρος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καραβίδα», σ. 405. https://navalhistory.gr/lexiko/καραβιδα/