navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καβασάκι

καβασάκι

το, ουσ. [χωρίς γεν.]

  1. (ναυπ.) τύπος ξύλινου μικρού πλοίου με πανιά και μηχανή, που το συναντάμε στις θάλασσες της Άπω Ανατολής και είναι κατάλληλο για ψάρεμα κοντά στην ακτή
  2. (τεχνολ.) εμπορική ονομασία μεγάλης γιαπωνέζικης βιομηχανίας [Kawasaki Heavy Industries] που παράγει μοτοσυκλέτες, ATV, οχήματα κοινής ωφελείας, τζετ σκι, προσωπικά σκάφη και βενζινοκινητήρες γενικής χρήσης
  3. (ιατρ.) οξεία συστηματική αγγειίτιδα.

Ετυμολογία

[για την 1η και 2ηη ερμ.] ιαπων. *Kawasaki [από την ομώνυμη ιαπωνική πόλη στο νησί Χονσού], [για την 3η ερμ.] από το όνομα του Ιάπωνα παιδίατρου, Tomisaku Kawasaki.

Τοπωνυμιο

Καβασάκι, πόλη της Ιαπωνίας. Βιομηχανικό και ναυπηγικό κέντρο της περιοχής του Τόκιο, γνωστό στο ευρύ κοινό από τις περίφημες αγωνιστικές, και όχι μόνο, μοτοσυκλέτες.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καβασάκι», σσ. 380-381. https://navalhistory.gr/lexiko/καβασακι/