κορμοράνος
ο, ουσ.

(ζωολ.) είδος θαλασσινού πτηνού που είναι τρομερά επιδέξιο στο κυνήγι για την τροφή του αλλά και εκπαιδεύσιμο από τον άνθρωπο ως συνοδός του στο ψάρεμα.
Ετυμολογία
< γαλλ. cormoran < αρχ. γαλλ. corp < λατιν. corvus [= κοράκι] + moran < marinus [= θαλάσσιος] < mare [= θάλασσα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κορμοράνος», σ. 449. https://navalhistory.gr/lexiko/κορμορανοσ/