navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καμπίνα

καμπίνα

η, ουσ.

  1. μικρός θάλαμος: α) διαμονής επιβατών σε πλοίο και τρένο, ή β) σε αεροπλάνο για τους πιλότους, αλλιώς πιλοτήριο, (φρ.) «καμπίνα πρώτης ή δεύτερης ή τρίτης θέσης / επιβατών / εξωτερική ή εσωτερική / ΑΜΕΑ»,
  2. (αρχιτ.) μικρό δωμάτιο που χρησιμεύει ως αποδυτήριο.

Ετυμολογία

< ιταλ. cabina < μσν. λατιν. canaba και capanna [= καλύβα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καμπίνα», σ. 397. https://navalhistory.gr/lexiko/καμπινα/