κρεμαστάρι
το, ουσ.
- εξάρτημα από το οποίο κρεμιέται ένα αντικείμενο, κρεμάστρα
- έπιπλο για το κρέμασμα των ρούχων
- [παρωχημένο] καρποί του καλοκαιριού που τους κρεμούσαν από το ταβάνι για να πετύχουν τη διαδικασία της αποξήρανσης με σκοπό τη διατήρησή τους για μεγάλο χρονικό διάστημα
- (παροιμ.) «όσα δε φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια», όταν αδυνατούμε να πραγματοποιήσουμε αυτό για το οποίο σχεδιάζουμε να εφαρμόσουμε στην πράξη, κι είτε ως δικαιολογία από εγωισμό το υποτιμάμε, είτε το υποβαθμίζουμε και προσποιούμαστε ότι δεν μας ενδιαφέρει πια καθόλου.
Ετυμολογία
< μσν. κρεμαστ(ός)-άριον, -άρι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρεμαστάρι», σ. 459. https://navalhistory.gr/lexiko/κρεμασταρι/