navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κοιλότητα

κοιλότητα

η, ουσ.

  1. επιφάνεια με βαθούλωμα, λάκκωμα
  2. το να είναι κάτι κοίλο.

Ετυμολογία

< αρχ. κοιλότης, αιτ. -ητα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοιλότητα», σ. 438. https://navalhistory.gr/lexiko/κοιλοτητα/