καπνογόνο
το, ουσ.
τύπος βομβίδας που εσωκλείει μείγμα ουσιών που παράγουν καπνό και αποτελεί βασικό εξοπλιστικό σωστικό μέσο σε κάθε λέμβο, καΐκι, σκάφος κ.λπ.
Ετυμολογία
< καπνο- + -γόνος < [αρχ.] γίγνομαι, μτφρδ. από τη γαλλ. fumigène.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καπνογόνο», σ. 403. https://navalhistory.gr/lexiko/καπνογονο/