καλκανόβατος
ο, ουσ.

(ιχθυολ.) είδος σαλαχιού, η επιστ. του ονομ.: Raja clavata [διώνυμο], έχει πεπλατυσμένο σώμα με μήκος έως 1 μ. και 40 εκ., έχει φαρδιά θωρακικά πτερύγια και μακριά ακανθώδη ουρά, βρίσκεται συνήθως σε ιζηματογενείς βυθούς, τρέφεται με καβούρια, γαρίδες και μικρά ψάρια.
Ετυμολογία
< καλκάν(ι) + - ο- + βάτος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καλκανόβατος», σ. 392. https://navalhistory.gr/lexiko/καλκανοβατοσ/