navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καουτσούκ

καουτσούκ

το, άκλ. ουσ.

(φυτολ.-χημ.) ελαστικό και αδιάβροχο κόμμι που παράγεται είτε από το καουτσουκόδεντρο είτε από τη δημιουργία χημικών ενώσεων σε εργαστήρια.

Ετυμολογία

< γαλλ. caoutchouc < λ. από γλώσσα ιθαγενών της Καραϊβικής, cauchο [= ξύλο που δακρύζει].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καουτσούκ», σ. 402. https://navalhistory.gr/lexiko/καουτσουκ/