καρούλι
Και: καρέλι
το, ουσ.

- (εργαλ.) α) ξύλινο ή μεταλλικό πηνίο, διαφόρων διαστάσεων, στο οποίο τυλίγουμε νήμα, κλωστή, σύρμα, ταινία, ελαστικό σωλήνα, καλώδιο, φιλμ, κ.λπ. β) μικρός τροχός
- (ενδυμ.) α) η ποσότητα του νήματος που τυλίγεται γύρω από το καρούλι, συνών. μασούρι, β) κουβαρίστρα
- (φυσ.) μικρή τροχαλία
- (μειωτ.) παλιό αυτοκίνητο, σαραβαλάκι.
Ετυμολογία
ίσως από το λατιν. carrulus [= μικρό αμάξι, καρύδι] < carrus και carrum [= κάρο, άμαξα] < κελτ. προέλευσης.
Παράγωγα
καρουλιάζω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρούλι και καρέλι», σ. 410. https://navalhistory.gr/lexiko/καρουλι-και-καρελι/