navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καρούλι και καρέλι

καρούλι

Και: καρέλι

το, ουσ.

καρούλι και καρέλι, εικόνα από το έντυπο
  1. (εργαλ.) α) ξύλινο ή μεταλλικό πηνίο, διαφόρων διαστάσεων, στο οποίο τυλίγουμε νήμα, κλωστή, σύρμα, ταινία, ελαστικό σωλήνα, καλώδιο, φιλμ, κ.λπ. β) μικρός τροχός
  2. (ενδυμ.) α) η ποσότητα του νήματος που τυλίγεται γύρω από το καρούλι, συνών. μασούρι, β) κουβαρίστρα
  3. (φυσ.) μικρή τροχαλία
  4. (μειωτ.) παλιό αυτοκίνητο, σαραβαλάκι.

Ετυμολογία

ίσως από το λατιν. carrulus [= μικρό αμάξι, καρύδι] < carrus και carrum [= κάρο, άμαξα] < κελτ. προέλευσης.

Παράγωγα

καρουλιάζω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρούλι και καρέλι», σ. 410. https://navalhistory.gr/lexiko/καρουλι-και-καρελι/