καμινέτο
το, ουσ.
(τεχνολ.) μικρή φορητή συσκευή που καίει οινόπνευμα και είναι χρήσιμη για το ζέσταμα μικρής ποσότητας υγρών, συνών. σπιρτολόγος.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < ιταλ. caminetto < camino [= τζάκι] < λατιν. caminus < αρχ. κάμινος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καμινέτο», σ. 395. https://navalhistory.gr/lexiko/καμινετο/