navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κερεστές

κερεστές

ο, ουσ.

ξυλεία κατάλληλη για ναυπήγηση πλοίων ή για οικοδομικές εργασίες.

Ετυμολογία

< τουρκ. kereste [= 1. οικοδομήσιμη ξυλεία, 2. ξύλο απελέκητο, 3. (μτφ.) ο αγενής άνθρωπος, ο άξεστος, ο αγροίκος, 4. υλικό χρήσιμο στην υποδηματοποιία].

Παράγωγα

κερεστε(ν)τζής.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κερεστές», σ. 428. https://navalhistory.gr/lexiko/κερεστεσ/