κάσκα
η, ουσ.
- (στρατ.) μεταλλικό κράνος, περικεφαλαία
- (ενδυμ.) α) απλό καλοκαιρινό καπέλο, β) καπέλο από φελλό σε σχήμα κράνους που φοριέται στις θερμές χώρες
- κράνος από άθραυστο υλικό που φορούν οι εργάτες αλλά και οι οδηγοί μοτοσυκλετών για προστατευτικούς λόγους
- (στρατ.) στρατιωτικό μεταλλικό καπέλο, συνών. κράνος, περικεφαλαία
- (τεχνολ.) ειδική συσκευή κομμωτηρίου για το στέγνωμα μαλλιών.
Ετυμολογία
< ιταλ. casca, ή
ή < ισπαν. casco < λατιν. quasso [= κουνώ, τραντάζω],
ή < ιταλ. casca < ρωσ. kaška.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάσκα», σ. 413. https://navalhistory.gr/lexiko/κασκα/