navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κάσκα

κάσκα

η, ουσ.

  1. (στρατ.) μεταλλικό κράνος, περικεφαλαία
  2. (ενδυμ.) α) απλό καλοκαιρινό καπέλο, β) καπέλο από φελλό σε σχήμα κράνους που φοριέται στις θερμές χώρες
  3. κράνος από άθραυστο υλικό που φορούν οι εργάτες αλλά και οι οδηγοί μοτοσυκλετών για προστατευτικούς λόγους
  4. (στρατ.) στρατιωτικό μεταλλικό καπέλο, συνών. κράνος, περικεφαλαία
  5. (τεχνολ.) ειδική συσκευή κομμωτηρίου για το στέγνωμα μαλλιών.

Ετυμολογία

< ιταλ. casca, ή

ή < ισπαν. casco < λατιν. quasso [= κουνώ, τραντάζω],

ή < ιταλ. casca < ρωσ. kaška.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάσκα», σ. 413. https://navalhistory.gr/lexiko/κασκα/