κρεβάτι
το, ουσ.
- επίπεδη κατασκευή που διαθέτει στρώμα και χρησιμεύει για τον ύπνο ή την ξεκούραση του ανθρώπου, κλίνη, αιώρα [στο πολεμικό ναυτικό παλαιότερα]
- (πληθ.) τα κρεβάτια, έθιμο του γάμου, κατά το οποίο οι καλεσμένοι ρίχνουν χρήματα στο κρεβάτι.
Ετυμολογία
< μσν. κρεβάτιον < μτγν. κραβάτιον, υποκ. του ουσ. κράββατος.
Παράγωγα
κρεβατώνω, κρεβάτωμα, κρέβατος, κρεβάτα, κρεβατίνα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρεβάτι», σ. 458. https://navalhistory.gr/lexiko/κρεβατι/