navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κόρνα

κόρνα

η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

  1. (τεχνολ.) εξάρτημα του αυτοκινήτου με το οποίο παράγεται δυνατός ήχος, συνών. κλάξον
  2. το κορνάρισμα, το σάλπισμα
  3. (τεχνολ.) συσκευή παραγωγής ήχου, ισχυρής έντασης, σε τρένα και πλοία, ως προειδοποίηση συναπαντήματος, εισόδου σε σταθμό ή σε λιμάνι, αγκυροβόλησης και προσοχής επιβατών και εργαζόμενων εντός και εκτός του σκάφους.

Ετυμολογία

< ιταλ. corna, πληθ. του corno < λατιν. cornu [= κέρας, σάλπιγγα].

Παράγωγα

κορνάρω, κορνάρισμα. Κάθε ήχος της κόρνας στη ναυσιπλοΐα έχει τη σημασία του σύμφωνα με το εγχειρίδιο Boat Ed. -Μία σύντομη κόρνα σημαίνει στροφή προς τα αριστερά. -Δύο σύντομες κόρνες σημαίνουν στροφή προς τα δεξιά. - Τρεις σύντομες κόρνες το πλοίο κινείται προς τα πίσω. -Μία παρατεταμένη κόρνα ακολουθούμενη από τρεις σύντομες, σημαίνει ότι το πλοίο ετοιμάζεται να αποπλεύσει από το λιμάνι ενώ ταυτόχρονα κάνει όπισθεν.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόρνα», σσ. 449-450. https://navalhistory.gr/lexiko/κορνα/