κλειστός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που είναι περιορισμένος σε κάποιον χώρο
- αυτός που δεν βρίσκεται σε λειτουργία
- (ειδικότ.) ο εσωστρεφής άνθρωπος, (φρ.) «κλειστός τύπος», «κλειστό άτομο»,
- (φρ.) «κλειστός δακτύλιος / λιμάνι / κόλπος / κύκλος / δρόμος / φάκελος», «κλειστή γέφυρα / θάλασσα / κεραία ασυρμάτου / οικονομία / οδική αρτηρία / παραλιακή ζώνη / εθνική οδός».
Ετυμολογία
< αρχ. κλειστός.
Επιρρήματα
κλειστά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλειστός», σ. 435. https://navalhistory.gr/lexiko/κλειστοσ/