navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κλειστός

κλειστός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που είναι περιορισμένος σε κάποιον χώρο
  2. αυτός που δεν βρίσκεται σε λειτουργία
  3. (ειδικότ.) ο εσωστρεφής άνθρωπος, (φρ.) «κλειστός τύπος», «κλειστό άτομο»,
  4. (φρ.) «κλειστός δακτύλιος / λιμάνι / κόλπος / κύκλος / δρόμος / φάκελος», «κλειστή γέφυρα / θάλασσα / κεραία ασυρμάτου / οικονομία / οδική αρτηρία / παραλιακή ζώνη / εθνική οδός».

Ετυμολογία

< αρχ. κλειστός.

Επιρρήματα

κλειστά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλειστός», σ. 435. https://navalhistory.gr/lexiko/κλειστοσ/