κρουαζιέρα
η, ουσ.
ταξίδι αναψυχής με κρουαζιερόπλοιο.
Ετυμολογία
< γαλλ. croisière [= περίπλους] + -α < croiser [= περιπλέω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρουαζιέρα», σ. 461. https://navalhistory.gr/lexiko/κρουαζιερα/