κώνος
ο, ουσ.
(γεωμ.) γεωμετρικό στερεό σώμα που αποτελείται από κυκλική βάση και κυρτή επιφάνεια. (φρ.) «κώνος μάχης / διασκορπίσεως / εκρηκτικός / τορπίλης / γυμνασίων / θυέλλης / φωτιστικός / πυρηνικός / κόλουρος / σήμανσης / πλαστικός / φουσκωτός / στήρι ξης / ασφαλείας».
Ετυμολογία
< αρχ. κῶνος [= ο καρπός της πεύκης, το κουκουνάρι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κώνος», σ. 470. https://navalhistory.gr/lexiko/κωνοσ/