καρμπιρατέρ
Και: καρμπιλατέρ
το, άκλ. ουσ. [παλαιότερη γραφή: καρμπυρατέρ]
(τεχνολ.) εξάρτημα κινητήρα εσωτερικής καύσης που επιτυγχάνει την αυτόματη ανάμειξη του αέρα και των ατμών υδρογονανθράκων [βενζίνης] σε κατάλληλη αναλογία, ενώ στη συνέχεια τροφοδοτεί τη μηχανή, προκειμένου να καεί το μείγμα και να παραχθεί η αναγκαία ισχύς, εξαερωτήρας.
Ετυμολογία
< γαλλ. carburateur < λατιν. carbo [= άνθρακας], ή
ή < αγγλ. carburetor, carburettor, carburetter.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρμπιρατέρ και καρμπιλατέρ», σ. 410. https://navalhistory.gr/lexiko/καρμπιρατερ-και-καρμπιλατερ/