κατάταξη
η, ουσ.
- τοποθέτηση πραγμάτων σε σειρά, σε κατάλογο ή κατηγορία, συνών. ταξινόμηση
- (για πρόσωπα) εγγραφή σε δημόσιους καταλόγους
- (στρατ.) προσέλευση υποψήφιου στο στράτευμα, συνών. στράτευση.
Ετυμολογία
< μτγν. κατάταξις < αρχ. κατατάσσω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατάταξη», σ. 420. https://navalhistory.gr/lexiko/καταταξη/