κακοκαιρία
η, ουσ.
(μετεωρ.) χρονικό διάστημα με κάκιστες καιρικές συνθήκες, που εκδηλώνονται αυτές με ισχυρές βροχοπτώσεις, χιονοπτώσεις, χαλαζοπτώσεις, θύελλες, τρικυμίες κ.λπ., αντών. καλοκαιρία.
Ετυμολογία
< κακο- + καιρ(ός) -ιά.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κακοκαιρία», σ. 389. https://navalhistory.gr/lexiko/κακοκαιρια/