navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κηροπήγιο

κηροπήγιο

το, ουσ.

ειδική βάση, σε διάφορα μεγέθη, κατάλληλη για την τοποθέτηση κεριών, συνών. κηροστάτης, κηροδόχος, μανουάλι, καντηλιέρι, σαμπάνι.

Ετυμολογία

< αρχ. κηρό(ς) + -πήγιο < αρχ. πήγνυμι [= μπήγω ή στερεώνω].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κηροπήγιο», σ. 431. https://navalhistory.gr/lexiko/κηροπηγιο/