κατάγιαλα
επίρρ.
πολύ κοντά στη θάλασσα.
Ετυμολογία
< αρχ. κατά + γιαλός < αἰγιᾰλός [= ακροθαλασσιά, παραλία, ακτή, όχθη].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατάγιαλα», σ. 415. https://navalhistory.gr/lexiko/καταγιαλα/