navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καταχείμωνο

καταχείμωνο

το, ουσ. [χωρίς πληθ.]

α) στο μέσο της χειμωνιάτικης περιόδου, στην καρδιά του χειμώνα, β) οι πιο κρύες μέρες του χειμώνα, συνών. μεσοχείμωνο, αντών. κατακαλόκαιρο.

Ετυμολογία

< κατά + χειμών(ας) -ο-.

Συνώνυμα στο λεξικό

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καταχείμωνο», σ. 421. https://navalhistory.gr/lexiko/καταχειμωνο/