κλάση
η, ουσ.
- (κοινωνιολ.) α) σύνολο προσώπων ή πραγμάτων που αποτελούν μέρος ενός όλου, συνών. τάξη, ομάδα, κατηγορία, β) το κοινωνικό επίπεδο ενός ατόμου
- χαρακτηρισμός ατόμων ή πραγμάτων που έχουν μεγάλη αξία, που είναι διεθνούς επιπέδου
- (στρατ.) το σύνολο των στρατευσίμων που παρουσιάζονται για κατάταξη στο ίδιο έτος.
Ετυμολογία
< λατιν. classis [= στρατός, τάξη, μοίρα, μερίδα] < calo [= καλώ].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλάση», σ. 434. https://navalhistory.gr/lexiko/κλαση/