κο(γ)χύλι
το, ουσ.

το κοχύλι, όστρακο που περιβάλλει προστατευτικά διάφορους θαλάσσιους ασπόνδυλους οργανισμούς όπως π.χ.: τα μαλάκια.
Ετυμολογία
< αρχ. κογχύλιον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κο(γ)χύλι», σ. 438. https://navalhistory.gr/lexiko/κογχυλι/