καταφυγή
η, ουσ.
- το να προσφεύγει κάποιος κάπου αναζητώντας προστασία και ασφάλεια
- ο τόπος ή το πρόσωπο στο οποίο καταφεύγει κανείς για ασφάλεια ή σωτηρία, (φρ.) «λιμάνι καταφυγής».
Ετυμολογία
< αρχ. καταφυγή, [= καταφύγιο, άσυλο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καταφυγή», σ. 421. https://navalhistory.gr/lexiko/καταφυγη/