navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καταφυγή

καταφυγή

η, ουσ.

  1. το να προσφεύγει κάποιος κάπου αναζητώντας προστασία και ασφάλεια
  2. ο τόπος ή το πρόσωπο στο οποίο καταφεύγει κανείς για ασφάλεια ή σωτηρία, (φρ.) «λιμάνι καταφυγής».

Ετυμολογία

< αρχ. καταφυγή, [= καταφύγιο, άσυλο].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καταφυγή», σ. 421. https://navalhistory.gr/lexiko/καταφυγη/